«Ωραία πληρωμή», μονολόγησε. Ο παλιός , ανήμπορος πια, ζήτησε μια τελευταία χάρη. Ήθελε να επισκεφθεί τον εξαιρετικά περίπλοκο μηχανισμό στις ξαπλωστρες και να ακούσει τους ήχους του για τελευταία φορά πριν φύγει. Όταν τον οδήγησαν στο εσωτερικό του πύργου με τους καναπεδες, όπου βρισκόταν ο σιδερένιος οργανισμός, ο παλιός όρμησε, τράβηξε ένα μοχλό και το σταμάτησε μ’ έναν κρότο τη στιγμή που έκλινε πονηρά το μάτι. Είχε πάρει την εκδίκηση του.
Για πολλά χρόνια πίστευαν ότι ήταν ο κατασκευαστής με ή χωρίς το θρύλο. Όμως μόλις τον εικοστό αιώνα, και μάλιστα σχετικά αργά, ανακαλύφθηκε ένα κείμενο που ήταν βασιλικός ιατρός του αυτοκράτορα και, όπως πολλοί πίστευαν, μέλος της αρχικής ομάδας που ανέφερε ότι κάποιος Κώστας έκανε το σχέδιο να επαναλειτουργήσει και τελειοποίησε κάποια χαρακτηριστικά του. Ένας ακόμα αστρονόμος και μαθηματικός συνέβαλε στη λειτουργία του, , οι σημειώσεις του οποίου, γραμμένες στην αρχαία , φυλάσσονταν στα αρχεία του χώρου.
Έκτοτε πολλοί προσπάθησαν να κατανοήσουν τα πολύπλοκα χαρακτηριστικά του σχεδίου στα επιπλα χαλκιδα, χωρίς ποτέ να το καταφέρουν λόγω της ιδιάζουσας δομής του. Η αλλαγη ταπετσαριας ήταν ένα άλλο πολύπλοκο ζήτημα που απαιτούσε περαιτέρω ανάλυση.
στο εσωτερικό του πύργου με τους καναπεδες
Στις καρεκλες ενός ατμοσφαιρικού εστιατορίου
Ξέρω, είναι αστείο, αλλά…» ξερόβηξε αφήνοντας την εξήγηση του στη μέση. Εξάλλου δε φαίνονταν να τον προσέχουν και πολύ.
Μισή ώρα αργότερα οι δύο άντρες κάθονταν στις καρεκλες σ’ ένα ατμοσφαιρικό εστιατόριο με διακόσμηση από την λαϊκή παράδοση και ανάλογη φολκλόρ μουσική και συζητούσαν με ιδιαίτερο κέφι. Είχαν ανοίξει το χάρτη με τη σκακιέρα στο τραπέζι περιμένοντας τα φαγητά. Κανείς δεν τους πρόσεχε. Τουρίστες που ανοίγουν το χάρτη τους για να προσανατολιστούν βρίσκονταν σε κάθε γωνιά της πόλης.
Ήταν ενθουσιασμένος. Μιλούσε γρήγορα και παθιασμένα.
«Λοιπόν, έχουμε και λέμε. Το σημείο είναι εδώ και το σπίτι εδώ. Αποκτήσαμε δυο ακόμα κουκκίδες. Το οποίο σημαίνει δυο ακόμα τετράγωνα στη νοητή σκακιέρα και τέσσερα συνολικά. Στο 61 θα πρέπει να πάει ένας πύργος συμφωνά με το κείμενο. Στο 67 αντιστοιχεί κάτι άλλο, δηλαδή αλλαγη ταπετσαριας. Έχουμε ακόμα μια βασίλισσα κι ένα γράμμα. Μένει να βρούμε το άλογο. Το ποίημα στον πέμπτο στίχο συνεχίζει: “Όταν ο ιππότης ξεπεζέψει στον πύργο του νερού”.
Ο ψηλότερος και φαρδύτερος μπουφες
Το κεφάλι του δεν έπαυε να γυρνάει περισκοπικά και είδε με τα μάτια της φαντασίας του τις κόρες των φυσικών του ματιών να διαστέλλονται χωρίς όρια. Ρυάκια ιδρώτα άρχισαν να εμφανίζονται στο μέτωπο του παρά το σχετικό κρύο. Το σφίξιμο στο στομάχι δεν τον είχε εγκαταλείψει λεπτό. Ξαφνικά γλίστρησε και κόντεψε να πέσει με το πρόσωπο στο λασπωμένο έδαφος. Συγκρατήθηκε την τελευταία στιγμή από μια καρεκλα, που λόγω του βάρους του άρχισε να γέρνει αργά, σαν δέντρο που ξεριζώνεται. Τινάχτηκε σπασμωδικά και επανέκτησε την ισορροπία του. Περπάτησε για λίγο ακόμα, πιο προσεκτικά αυτή τη φορά. Όταν έφτασε στην περιοχή που έψαχνε, άρχισε να περιστρέφει τη δέσμη για να εντοπίσει τα επιπλα κρητη που έψαχνε . Για καλή του τύχη το είδε λίγα μόλις μέτρα μακριά του. Ο μπουφες ήταν ψηλότερος και φαρδύτερος από τους άλλους. Πλησίασε. Έβγαλε τη φωτογραφία που του είχε δώσει . Άρχισε να φέγγει μια στην πέτρα και μια στο χαρτί. Βεβαιώθηκε
Το μυστικό στα επιπλα
Άγνωστη λέξη στο σινάφι μας. Το λέω και το ξαναλέω: το μυστικό στα επιπλα, αλλά και ο προορισμός της τέχνης γενικότερα είναι να κρατάει τον καθρέφτη μπροστά στη φύση.
«Έχεις δίκιο, αδελφέ. Και να προσθέσω ότι το καθήκον του οικοδεσπότη είναι να κρατάει το φιλοξενούμενο του σε καλή διάθεση. Γι’ αυτό θα δεχτείς αυτό το υπέροχο ελληνικό κρασί. Σάμος λέγεται η περιοχή που το εξάγει. Θα σου μείνει αξέχαστο, τουλάχιστον μέχρι να ετοιμαστεί το γεύμα».
Γέμισε δυο κρυστάλλινα ποτήρια που ήταν πάνω στο τραπεζι και πρόσφερε το ένα. Κάθισαν αναπαυτικά και συνέχισαν τη συζήτηση. Ο ευπατρίδης ενδιαφέρθηκε να μάθει λεπτομέρειες για την κατασκευή των επιπλων και τον τρόπο με τον οποίο είχε γίνει το σχέδιο του καναπε που είχε στείλει από την πόλη και στοίχισε τόσο πολύ. Τα γεγονότα ήταν ακόμα νωπά και διέθετε τόση περιγραφική δύναμη, που δε χόρταινε να τον ακούει. Του μίλησε ακόμα και για τις περιπέτειες που είχε με τους καναπεδες και τα αφρολεξ, ενάντια στον καιρό. Κάποια στιγμή η συζήτηση επέστρεψε σε πιο οικεία ενδιαφέροντα.
Καπιταλισμός και αξιοκρατία στα επιπλα
Η αξιοκρατία πάει περίπατο μπροστά στο χρήμα. Ο καπιταλισμός, νεράιδα μου, είναι σαν μαύρη τρυπά. Ρουφάει οτιδήποτε κινείται γύρω του, τα επιπλα, τα πάντα και το συσσωρεύει».
«Μου άρεσε πολύ αυτό που είπες».
«Ποιο, για τη μαύρη τρυπά;»
«Όχι, που με αποκάλεσες νεράιδα σου. Μου άρεσε πάρα πολυ. Και το είπες τόσο φυσικά, που σχεδόν κόντεψα να το πιστέψω. Περιττό να σου πω ότι ξέχασα όλα τα υπόλοιπα». Έβαλαν και οι δυο τα γέλια.
«Πάμε!» τον τράβηξε. «Σε λίγο θα τελειώσει και δε θέλω να σε στριμώξει».
«Που θα πάμε;» ρώτησε ξαφνιασμένος .
«Στο ξενοδοχείο σου. Ή στο μικρό μου διαμέρισμα. Διαλέγεις και παίρνεις», είπε αποφασιστικά.
Πλήρωσε, τη βοήθησε να φορέσει το παλτό της και την ακολούθησε στα πλακόστρωτα δρομάκια, καθώς τον έσερνε σχεδόν από το χέρι. Γίνονταν όλα τόσο γρήγορα, που δεν είχε προλάβει να καταλάβει αν συμμετείχε ή ήταν απλώς θεατής των τεκταινομένων.
Σε λιγότερο από είκοσι λεπτά βρίσκονταν πάνω στα στρωματα του δωματίου του ξενοδοχείου του. Όταν έκλεισε η πόρτα πίσω τους.
Το όνομα του φίλου μου
Είχε ξεχάσει τόση ώρα το νεαρό , που είχε βρει κάποιο άλλο καταφύγιο από τη βροχή στα επιπλα. Ήρθε κοντά τους τρέχοντας. Ο πατέρας του τον έπιασε από τον ώμο και απευθύνθηκε σε μένα.«Ξέρεις γιατί το λεβέντη μου τον λένε Αλέκο; Όχι τυχαία. Είναι το όνομα του φίλου μου. Κι αν ζει το παιδί μου σήμερα οφείλεται σ’ αυτόν. Λίγους μήνες μετά τη γέννηση του εμφάνισε συμπτώματα περίεργης ασθένειας. Η οποία τότε ήταν ανίατη. Έπρεπε να πάμε στην Αμερική για να ακολουθήσει μια πρωτοποριακή για την εποχή θεραπεία. Όμως το κόστος ήταν τρομαχτικό. Θα έπρεπε να μεσολαβήσω στην πώληση της “Τζοκόντα” για να βρω τόσα χρήματα. Ή να την κλέψω, η να πουλήσω όλα μου τα επιπλα. Ήμουν απελπισμένος. Έβλεπα το παιδί μου να υποφέρει μέρα με τη μέρα. Οι φίλοι ήταν πρόθυμοι να βοηθήσουν, μα κανείς δεν είχε τόσα χρήματα. Ο Αλέκος τότε δεν ήταν φίλος μου, απλώς γνωστός μου. Δεν ξέρω πώς έμαθε για το πρόβλημα μου, αλλά ήταν εκείνος που μεσολάβησε για να πάμε στην Αμερική.
Μια φωτογραφία από τα νεα σχεδια στα επιπλα.
Όταν ξαναβγήκε στο σχεδόν έρημο δρόμο κόντευε μεσημέρι. Αισθανόταν την ανάγκη για νεα επιπλα και παιχνιδια. Περπάτησε στο δεντροφυτεμένο πεζοδρόμιο δίπλα στα πολυτελή αυτοκίνητα, ψάχνοντας με το βλέμμα του κάποιον άνθρωπο για να ρωτήσει που θα μπορούσε να πιει κάτι. Ένας ψηλός φαλακρός άντρας έστριψε τη γωνία. Κινήθηκε προς το μέρος του ελπίζοντας να είναι από τους λίγους Ιταλούς που ξέρουν κάποια άλλη γλώσσα εκτός από τη δική τους. Λίγο πριν φτάσει στον άντρα ένα αυτοκίνητο σταμάτησε δίπλα του και η πόρτα άνοιξε. Ήταν ένα φορτηγό Μερσεντές. Κάποιος έσκυψε από το πίσω κάθισμα και τον φώναξε με το μικρό του όνομα. Το μυαλό του πήγε στον μάστορά του, μα, πριν καλά καλά σκύψει για να δει ποιος του μιλούσε, είδε ένα μεγάλο μπουφέ δίπλα στην ανοιχτή πόρτα του φορτηγού. Όλα έγιναν σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Δεν πρόλαβε ούτε να σκεφτεί άρπαξε την ευκαιρία να δει το περίεργο σχέδιο του μπουφέ. Τέτοια επιπλα σε νεα σχέδια δεν είναι εύκολο να δει κανείς πριν κυκλοφορήσουν, έβγαλε το κινητό του και τράβηξε στα γρήγορα μια φωτογραφία.
Απλές αναγωγες με παραληλισμούς σε περιστροφικές επαναλήψεις
Παιδεύτηκε μερικά λεπτά, ώσπου η λάμα μ’ έναν ξερό ήχο έσπασε, χωρίς το στήριγμα να υποχωρήσει στη βία της επίθεσης που δέχτηκε. Κάθισε στο κρεβάτι με τη συντριβή του Τάνταλου κοιτάζοντας το κενό με τα επιπλα. Στο μυαλό του ήρθε πάλι η εικόνα του μπάρ του. Πάντα έκανε παραλληλισμούς με το τραπεζακι σαλονιου. Για οτιδήποτε. Τα λόγια του άρχισαν να πλησιάζουν σιγά σιγά και μουλωχτά στην αρχή και μετά με όλο και πιο γρήγορο ρυθμό, όλο και ταχύτερα, και στο τέλος τρέχοντας λαχανιασμένα: «Το σχέδιο δεν έχει όρια. Δεν είναι πεπερασμένο. Είναι άπειρο. Ακόμα και η χάρτινη σελίδα, που φαινομενικά είναι ένα σταθερό πεδίο εξήντα τεσσάρων τετραγωνικών, είναι μη πεπερασμένη. Έχει συμμετρίες, προεκτάσεις, περιστροφικές επαναλήψεις, διαφορετικές οπτικές γωνίες. Δεν είναι ένας χώρος. Είναι ένας μη χώρος. Ένα σύμβολο του απείρου» του απείρου. Διαφορετικές οπτικές γωνίες. Κοίταξε την κουζινα. Δεν είχε γράμματα και αριθμούς. Δεν είχε ενδεικτικά στοιχεία λειτουργιών. Τα επιπλα της κουζίνας είναι σε τόνους του παλ, βελούδινη απόχρωση με πινελιές από βαθύ κόκκινο.
Αναπροσαρμόζοντας τα αντικειμενα ενος χωρου σε νεα διάταξη
Το πιο συχνά εμφανιζόμενο δωματιο στο ελληνικό σπιτι είναι το παιδικο δωμάτιο. Θα μπορούσε λοιπόν να αντικαταστήσει το επιπλο με το πιο συχνά εμφανιζόμενο σύμβολο στο σχέδιο. Κατόπιν θα έκανε το ίδιο με τα σύμβολα που έπονταν σε συχνότητα: το μπάνιο, το υπνοδωμάτιο, την κουζινα, το σαλονι.
Επίσης από κάποια διαγράμματα θα ήταν σε θέση να βγάλει συμπέρασμα, καθότι θα ήταν πιθανότατα επιπλα, ηλεκτρικα ή λευκα ειδη. Έτσι θα μπορούσαν να συμπληρωθούν κάποιοι χώροι τμηματικά και ν’ αρχίσουν να δίνουν νόημα στο σχεδιο. Συνεχίζοντας τη διαδικασία της υπόθεσης, θα κατάφερνε τελικά να προχωρήσει στην ανάγνωση. Όχι. Ήταν σίγουρος ότι είχε χρησιμοποιήσει ένα εργαλείο. Το πιθανότερο να είχε χρησιμοποιήσει μια ξυλο ή μια σφήνα. Αν, για παράδειγμα, η λέξη αυτή ήταν επιπλα, τότε θα είχε γίνει ως εξής: το πρώτο αντικείμενο του σχεδίου, θα αντιστοιχούσε στο πρώτο αντικείμενο του χώρου, δηλαδή την πόρτα. Το πλακάκι θα αντιστοιχούσε στο δάπεδο και ούτω καθεξής. Τα υπόλοιπα αντικείμενα του σπιτιού θα συνέχιζαν κανονικά τη ροή τους μετά το επιπλο, χωρίς βέβαια την επανάληψη των ήδη υπαρχόντων.
σαλόνι γωνία
Το φεγγάρι άρχιζε, το πικρό φεγγάρι δηλαδή, το φεγγάρι για την γνωση, όπως ήταν ο τίτλος του τελευταίου βιβλίου που μετέφραζα και αναφερόταν σε ένα παντρεμένο ζευγάρι. Βέβαια, η ηρωίδα, ή Σούζαν, δεν είχε καμία σχέση με μένα. Εκείνη ήταν όμορφή, πλούσια και διάσημη. Εκείνος, καμία σχέση με τον Μιχάλη, μεγιστάνας, παντοδύναμος, γοητευτικός στις λεπτομέρειες. Τα είχαν όλα, επιπλα πολυτελείας, μέσα στην νεα μοδα, ήταν ερωτευμένοι, και στο δικό τους σύμπαν σε ένα εξωτικό νησί, βγήκαν φόρα παρτίδα μυστικά του παρελθόντος στη μέση και παραλίγο να τινάξουν το γάμο στον αέρα, εκεί μέσα στην πολυτελή σουίτα του ξενοδοχείου τους που έβλεπε σε κοραλλένια νερά με παραδείσια πουλιά που μιλούσαν, τραπεζαρια από το διάστημα, η προσεγγιση της τελειότητας. Η Σούζαν, όμως, και ο Πάτρικ ήταν ήρωες τής νοσηρής φαντασίας μιας διάσημης και πετυχημένης Αγγλίδας συγγραφέα που μπορούσε να κόψει και να ράψει το ταλέντο της όπως ήθελε και να βρει λύσεις εκεί που δεν υπήρχαν. Στην ανάγκη, να επιστρατεύσει και έναν από μηχανής θεό, επιπλα από κει που δεν το περιμένεις, οχηματα αλλόκοτα, ότι βαλει ο νους σου. Εμάς, όμως, ποιος από μηχανής θεός θα μας βοηθούσε; Γιατί ήθελα να πετύχει ο γάμος μου.