Η αξιοκρατία πάει περίπατο μπροστά στο χρήμα. Ο καπιταλισμός, νεράιδα μου, είναι σαν μαύρη τρυπά. Ρουφάει οτιδήποτε κινείται γύρω του, τα επιπλα, τα πάντα και το συσσωρεύει».
«Μου άρεσε πολύ αυτό που είπες».
«Ποιο, για τη μαύρη τρυπά;»
«Όχι, που με αποκάλεσες νεράιδα σου. Μου άρεσε πάρα πολυ. Και το είπες τόσο φυσικά, που σχεδόν κόντεψα να το πιστέψω. Περιττό να σου πω ότι ξέχασα όλα τα υπόλοιπα». Έβαλαν και οι δυο τα γέλια.
«Πάμε!» τον τράβηξε. «Σε λίγο θα τελειώσει και δε θέλω να σε στριμώξει».
«Που θα πάμε;» ρώτησε ξαφνιασμένος .
«Στο ξενοδοχείο σου. Ή στο μικρό μου διαμέρισμα. Διαλέγεις και παίρνεις», είπε αποφασιστικά.
Πλήρωσε, τη βοήθησε να φορέσει το παλτό της και την ακολούθησε στα πλακόστρωτα δρομάκια, καθώς τον έσερνε σχεδόν από το χέρι. Γίνονταν όλα τόσο γρήγορα, που δεν είχε προλάβει να καταλάβει αν συμμετείχε ή ήταν απλώς θεατής των τεκταινομένων.
Σε λιγότερο από είκοσι λεπτά βρίσκονταν πάνω στα στρωματα του δωματίου του ξενοδοχείου του. Όταν έκλεισε η πόρτα πίσω τους.
Καπιταλισμός και αξιοκρατία στα επιπλα
Το όνομα του φίλου μου
Είχε ξεχάσει τόση ώρα το νεαρό , που είχε βρει κάποιο άλλο καταφύγιο από τη βροχή στα επιπλα. Ήρθε κοντά τους τρέχοντας. Ο πατέρας του τον έπιασε από τον ώμο και απευθύνθηκε σε μένα.«Ξέρεις γιατί το λεβέντη μου τον λένε Αλέκο; Όχι τυχαία. Είναι το όνομα του φίλου μου. Κι αν ζει το παιδί μου σήμερα οφείλεται σ’ αυτόν. Λίγους μήνες μετά τη γέννηση του εμφάνισε συμπτώματα περίεργης ασθένειας. Η οποία τότε ήταν ανίατη. Έπρεπε να πάμε στην Αμερική για να ακολουθήσει μια πρωτοποριακή για την εποχή θεραπεία. Όμως το κόστος ήταν τρομαχτικό. Θα έπρεπε να μεσολαβήσω στην πώληση της “Τζοκόντα” για να βρω τόσα χρήματα. Ή να την κλέψω, η να πουλήσω όλα μου τα επιπλα. Ήμουν απελπισμένος. Έβλεπα το παιδί μου να υποφέρει μέρα με τη μέρα. Οι φίλοι ήταν πρόθυμοι να βοηθήσουν, μα κανείς δεν είχε τόσα χρήματα. Ο Αλέκος τότε δεν ήταν φίλος μου, απλώς γνωστός μου. Δεν ξέρω πώς έμαθε για το πρόβλημα μου, αλλά ήταν εκείνος που μεσολάβησε για να πάμε στην Αμερική.
Μια φωτογραφία από τα νεα σχεδια στα επιπλα.
Όταν ξαναβγήκε στο σχεδόν έρημο δρόμο κόντευε μεσημέρι. Αισθανόταν την ανάγκη για νεα επιπλα και παιχνιδια. Περπάτησε στο δεντροφυτεμένο πεζοδρόμιο δίπλα στα πολυτελή αυτοκίνητα, ψάχνοντας με το βλέμμα του κάποιον άνθρωπο για να ρωτήσει που θα μπορούσε να πιει κάτι. Ένας ψηλός φαλακρός άντρας έστριψε τη γωνία. Κινήθηκε προς το μέρος του ελπίζοντας να είναι από τους λίγους Ιταλούς που ξέρουν κάποια άλλη γλώσσα εκτός από τη δική τους. Λίγο πριν φτάσει στον άντρα ένα αυτοκίνητο σταμάτησε δίπλα του και η πόρτα άνοιξε. Ήταν ένα φορτηγό Μερσεντές. Κάποιος έσκυψε από το πίσω κάθισμα και τον φώναξε με το μικρό του όνομα. Το μυαλό του πήγε στον μάστορά του, μα, πριν καλά καλά σκύψει για να δει ποιος του μιλούσε, είδε ένα μεγάλο μπουφέ δίπλα στην ανοιχτή πόρτα του φορτηγού. Όλα έγιναν σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Δεν πρόλαβε ούτε να σκεφτεί άρπαξε την ευκαιρία να δει το περίεργο σχέδιο του μπουφέ. Τέτοια επιπλα σε νεα σχέδια δεν είναι εύκολο να δει κανείς πριν κυκλοφορήσουν, έβγαλε το κινητό του και τράβηξε στα γρήγορα μια φωτογραφία.
Απλές αναγωγες με παραληλισμούς σε περιστροφικές επαναλήψεις
Παιδεύτηκε μερικά λεπτά, ώσπου η λάμα μ’ έναν ξερό ήχο έσπασε, χωρίς το στήριγμα να υποχωρήσει στη βία της επίθεσης που δέχτηκε. Κάθισε στο κρεβάτι με τη συντριβή του Τάνταλου κοιτάζοντας το κενό με τα επιπλα. Στο μυαλό του ήρθε πάλι η εικόνα του μπάρ του. Πάντα έκανε παραλληλισμούς με το τραπεζακι σαλονιου. Για οτιδήποτε. Τα λόγια του άρχισαν να πλησιάζουν σιγά σιγά και μουλωχτά στην αρχή και μετά με όλο και πιο γρήγορο ρυθμό, όλο και ταχύτερα, και στο τέλος τρέχοντας λαχανιασμένα: «Το σχέδιο δεν έχει όρια. Δεν είναι πεπερασμένο. Είναι άπειρο. Ακόμα και η χάρτινη σελίδα, που φαινομενικά είναι ένα σταθερό πεδίο εξήντα τεσσάρων τετραγωνικών, είναι μη πεπερασμένη. Έχει συμμετρίες, προεκτάσεις, περιστροφικές επαναλήψεις, διαφορετικές οπτικές γωνίες. Δεν είναι ένας χώρος. Είναι ένας μη χώρος. Ένα σύμβολο του απείρου» του απείρου. Διαφορετικές οπτικές γωνίες. Κοίταξε την κουζινα. Δεν είχε γράμματα και αριθμούς. Δεν είχε ενδεικτικά στοιχεία λειτουργιών. Τα επιπλα της κουζίνας είναι σε τόνους του παλ, βελούδινη απόχρωση με πινελιές από βαθύ κόκκινο.
Αναπροσαρμόζοντας τα αντικειμενα ενος χωρου σε νεα διάταξη
Το πιο συχνά εμφανιζόμενο δωματιο στο ελληνικό σπιτι είναι το παιδικο δωμάτιο. Θα μπορούσε λοιπόν να αντικαταστήσει το επιπλο με το πιο συχνά εμφανιζόμενο σύμβολο στο σχέδιο. Κατόπιν θα έκανε το ίδιο με τα σύμβολα που έπονταν σε συχνότητα: το μπάνιο, το υπνοδωμάτιο, την κουζινα, το σαλονι.
Επίσης από κάποια διαγράμματα θα ήταν σε θέση να βγάλει συμπέρασμα, καθότι θα ήταν πιθανότατα επιπλα, ηλεκτρικα ή λευκα ειδη. Έτσι θα μπορούσαν να συμπληρωθούν κάποιοι χώροι τμηματικά και ν’ αρχίσουν να δίνουν νόημα στο σχεδιο. Συνεχίζοντας τη διαδικασία της υπόθεσης, θα κατάφερνε τελικά να προχωρήσει στην ανάγνωση. Όχι. Ήταν σίγουρος ότι είχε χρησιμοποιήσει ένα εργαλείο. Το πιθανότερο να είχε χρησιμοποιήσει μια ξυλο ή μια σφήνα. Αν, για παράδειγμα, η λέξη αυτή ήταν επιπλα, τότε θα είχε γίνει ως εξής: το πρώτο αντικείμενο του σχεδίου, θα αντιστοιχούσε στο πρώτο αντικείμενο του χώρου, δηλαδή την πόρτα. Το πλακάκι θα αντιστοιχούσε στο δάπεδο και ούτω καθεξής. Τα υπόλοιπα αντικείμενα του σπιτιού θα συνέχιζαν κανονικά τη ροή τους μετά το επιπλο, χωρίς βέβαια την επανάληψη των ήδη υπαρχόντων.
σαλόνι γωνία
Το φεγγάρι άρχιζε, το πικρό φεγγάρι δηλαδή, το φεγγάρι για την γνωση, όπως ήταν ο τίτλος του τελευταίου βιβλίου που μετέφραζα και αναφερόταν σε ένα παντρεμένο ζευγάρι. Βέβαια, η ηρωίδα, ή Σούζαν, δεν είχε καμία σχέση με μένα. Εκείνη ήταν όμορφή, πλούσια και διάσημη. Εκείνος, καμία σχέση με τον Μιχάλη, μεγιστάνας, παντοδύναμος, γοητευτικός στις λεπτομέρειες. Τα είχαν όλα, επιπλα πολυτελείας, μέσα στην νεα μοδα, ήταν ερωτευμένοι, και στο δικό τους σύμπαν σε ένα εξωτικό νησί, βγήκαν φόρα παρτίδα μυστικά του παρελθόντος στη μέση και παραλίγο να τινάξουν το γάμο στον αέρα, εκεί μέσα στην πολυτελή σουίτα του ξενοδοχείου τους που έβλεπε σε κοραλλένια νερά με παραδείσια πουλιά που μιλούσαν, τραπεζαρια από το διάστημα, η προσεγγιση της τελειότητας. Η Σούζαν, όμως, και ο Πάτρικ ήταν ήρωες τής νοσηρής φαντασίας μιας διάσημης και πετυχημένης Αγγλίδας συγγραφέα που μπορούσε να κόψει και να ράψει το ταλέντο της όπως ήθελε και να βρει λύσεις εκεί που δεν υπήρχαν. Στην ανάγκη, να επιστρατεύσει και έναν από μηχανής θεό, επιπλα από κει που δεν το περιμένεις, οχηματα αλλόκοτα, ότι βαλει ο νους σου. Εμάς, όμως, ποιος από μηχανής θεός θα μας βοηθούσε; Γιατί ήθελα να πετύχει ο γάμος μου.
ειδη κηπου
Η μεταφορά μου έχει οργανωθεί καλά, σε συγκεκριμένο σημείο θα με περιμένει κλειστό αμάξι, κι όταν φτάσουμε στη αποθήκη, στα κτήματα, μου κάνει εντύπωση πόσο τακτικά και αξιοποιημένα είναι όλα. Ατέλειωτες σειρές από επιπλα, ως εκεί όπου έφτανε μάτι ανθρώπου, εναλλάσσονται με απέραντους διαδρόμους που οι δοκοί από τα ράφια μπλέκονταν μεταξύ τους, και στοιχισμένα όπως ήταν, σχημάτιζαν χαμηλές στοές. Πιο πέρα μακριά αρχίζουν τα συσκευαστήρια, σαν αξεσουαρ αγκαλιάζουν στο βάθος τα καφετιά προαύλια που κύκλωναν την αυλή, που είναι γεμάτη από ειδη κηπου. Και στη μέση του ευλογημένου αυτού τόπου, πάνω σε έναν χαμηλό θρόνο υψώνεται ο πύργος, το πέτρινο κονάκι με τα ενδιαιτήματα του, τις αποθήκες, τα αμπάρια, τους στάβλους, περιτριγυρισμένος από τεράστια αιωνόβια πεύκα. Ψηλά τα κυπαρίσσια είναι γύρω από την είσοδο που την κλείνει μια σφυρήλατη πόρτα. Δεξιά κι αριστερά από την πύλη υπάρχει ψηλό ντουβάρι από πέτρα πελεκητή, και από μέσα απλώνονται περιποιημένα παρτέρια μέχρι την είσοδο του γραφείου.
ΦΩΤΙΣΜΟΣ
Και για τον ν αττικής τα πράματα ήταν δύσκολα. Η δουλειά σκληρή στο καπνομάγαζο, βρόμικη και πολλές ώρες, οι χώροι όπου δουλεύουν υγροί και ανήλιοι, πνιγηροί από τη σκόνη του κομμένου καπνού που αναγκάζονταν οι εργάτες να εισπνεύσουν. Τον αρχηγό τον ταλαιπωρούσε το μάτι του από το ξύλο που είχε φάει εκείνο το βράδυ στο Βόλο, λίγο πριν φύγουμε. Τον είχαν στριμώξει τρεις βαλτοί σε ένα αδιέξοδο σοκάκι και τον είχαν κάνει τόπι στο ξύλο. Η αστυνομία είπε ότι ήταν προσχεδιασμένα, αλλά μπορεί να πει κανείς ποιος κρυβόταν από πίσω; Η μάνα μας; Την είχα ικανή. Ο αδελφός μου ο μικρός; Γιατί όχι; Δε θα παν η πρώτη φορά που θα αντιμετώπιζε έτσι τους εχθρούς του, άλλωστε τον δεύτερο τον αποκαλούσε «μίασμα». .. Το μίασμα που μαγάρισε το καθαρό αίμα της εταιρίας μας! Μήπως τους είχαν βάλει ανταγωνιστές να βρουν τα σχέδια για τα επιπλα, κανείς δεν μπορεί να ξέρει, η γνωση που είχαμε ήταν μια προσεγγιση επιφανειακή και ελλιπής, σίγουρα κάτι χρειάζεται.
Το νόημα της Αγοράς
Γεια σας φίλοι αναγνώστες. Αυτή είναι λοιπόν η βαρετή στιγμή που εγώ πρέπει να
σας προτείνω να κάνετε μια αγορά επιπλου που να αξίζει τα λεφτά της. Μια αγορά που να
έχει τόσα να σας προσφέρει ώστε να αντικατοπτρίσετε τον ίδιο σας τον εαυτό σ’ αυτήν, να
δείτε τα σημάδια. Μια Άλλη Αγορά. Είμαι σίγουρος ότι πολλοί από εσάς θα αναρωτιέστε
ήδη για τι πράγμα μιλάω. Μην ανησυχείτε, θα προσπαθήσω να είμαι όσο το δυνατόν πιο
σαφής και ξεκάθαρος. Για αρχή ας εξερευνήσουμε λίγο τον όρο Άλλη Αγορά. Από πού
πηγάζει; Ποιο είναι το νόημά της και ποια τα βαθύτερα αίτια της σύλληψής της; Το νόημα
της δεύτερης λέξης του όρου, δηλαδή η λέξη «αγορά» μας ταξιδεύει πίσω στα αρχαία
χρόνια και στην Αγορά των αρχαίων Ελλήνων. Εκεί οι φιλόσοφοι μπορούσαν να
αγορεύσουν και να διδάξουν το λαό μέσα από τη γνώση και την εμπειρία τους. Η Αγορά
λοιπόν για τους αρχαίους Έλληνες ήταν ο λόγος, η ομιλία, το δικαίωμα του κάθε ανθρώπου
να πει μια ας πούμε ιστορία, πολλές φορές γεμάτη ψέματα, εκφράζοντας τα συναισθήματα
και τις απόψεις του ελεύθερα. Το νόημα της λέξης «Άλλη», ωστόσο, παραμένει μυστήριο
ακόμη και για τη Βούλκαν που ήταν η πρώτη που την άρθρωσε όταν έπιασε τον άνδρα της
με μια άλλη νεάντερνταλ και είπε τη φράση «Δε ντρέπεσαι να το κάνεις στη σπηλιά μας
με άλλη;». Και μετά τον άρχισε στις ροπαλιές. Κάποιοι υποστηρίζουν, χωρίς όμως να
εξακριβώνεται πλήρως, πως προέρχεται από το επιφώνημα κλαυθμού και οδυρμού
Αλί Αλί και τρις Αλί, αλλά εγώ πολύ αμφιβάλλω. Για να μην τα πολυλογώ λοιπόν ο
συνδυασμός αυτών των δύο λέξεων μας μάζεψε σήμερα εδώ. Η άλλη-αγορά,
δηλαδή η αλληγορία. Η άλλη αγόρευση από αυτήν που ακούμε ή διαβάζουμε στις τιμές.